σησαμέλαιο

το, Ν
φυτικό έλαιο που λαμβάνεται με συμπίεση τών σπερμάτων τού σουσαμιού, στο οποίο περιέχεται σε αναλογία 47-56%.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σήσαμον + έλαιον. Η λ., στον λόγιο τ. σησαμέλαιον, μαρτυρείται από το 1885 στην εφημερίδα Ακρόπολις].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σησαμέλαιο — το βλ σουσαμόλαδο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σαμόλαδο — το, Ν σουσαμόλαδο, σησαμέλαιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σουσαμόλαδο με απλολογία (πρβλ. ἀμφορεύς: ἀμφιφορεύς)] …   Dictionary of Greek

  • σησάμινος — ίνη, ον, Α 1. αυτός που παράγεται ή προέρχεται από σουσάμι («εὔκαρπος ἡ πολλὴ πλὴν ἐλαίου, χρῶνται δὲ σησαμίνῳ», Στράβ.) 2. φρ. «σησάμινον ἔλαιον» ή «σησάμινον χρῑσμα» σησαμέλαιο, σουσαμόλαδο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σήσαμον «σουσάμι» + κατάλ. ινος (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • σουσαμόλαδο — το, Ν το σησαμέλαιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σουσάμι + λάδι] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.